σμάλτωμα

σμάλτωμα
το эмалировка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "σμάλτωμα" в других словарях:

  • σμάλτωμα — το, Ν [σμαλτώνω] επίχριση με σμάλτο, σμάλτωση, εφυάλωση …   Dictionary of Greek

  • σμάλτωμα — το επίχριση με σμάλτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαφή — Διαδικασία κατά την οποία προσδίδεται στις υφαντικές ίνες, με την προσθήκη ειδικών ουσιών, ο επιθυμητός χρωματισμός. Πριν από τη β., οι ίνες ή το ύφασμα πλένονται προσεκτικά για να απομακρυνθούν ξένες ύλες ή ακαθαρσίες που τις είχαν από την αρχή… …   Dictionary of Greek

  • εφυάλωμα — το [εφυαλώνω] υαλώδες επίχρισμα μετάλλινων ή πήλινων σκευών, υαλογάνωμα, σμάλτωμα, σμάλτο …   Dictionary of Greek

  • εφυάλωση — η [εφυαλώνω] η ενέργεια τού εφυαλώνω, το εφυάλωμα, το σμάλτωμα …   Dictionary of Greek

  • υαλογάνωση — το, Ν εφυάλωση, σμάλτωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ύαλος + γανώνω(Ι)] …   Dictionary of Greek

  • φάρμαξις — άξεως, ἡ, Α [φαρμάσσω] 1. θεραπεία με τη χρήση φαρμάκων 2. μαγεία, απάτη 3. παρασκευή και χρήση δηλητηρίων 4. (σχετικά με μέταλλα, κυρίως χαλκό) σμάλτωμα …   Dictionary of Greek

  • σμάλτωση — η σμάλτωμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»